Δευτέρα, 13 Μαΐου 2019

Η μπόρα - γράφει ο Τρύφων Ούρδας

Μαθητής στη δευτέρα τάξη του «τότε» εξαταξίου Γυμνασίου Αριδαίας. Επειδή για την τρίτη έμεινα μετεξεταστέος στα μαθηματικά, οι γονείς μου αποφάσισαν να με στείλουν, για κάποιες μέρες τον Αύγουστο σε φροντιστήριο στην Αριδαία. Έτσι με έγραψαν στο φροντιστήριο των καθηγητών, «ΛΑΓΙΝΟΠΟΥΛΟΥ-ΚΑΝΟΝΙΔΗ», που εκείνο τον καιρό αν θυμάμαι καλά, λειτουργούσε κάπου στο κέντρο της πόλης, εκεί όπου σήμερα είναι ο πεζόδρομος.

Με ανάμεικτα συναισθήματα, μια και θα έχανα την ξεγνοιασιά και όλες τις άλλες απολαύσεις του καλοκαιριού, δέχτηκα να πάω και εδώ που τα λέμε από την άλλη μεριά με το αζημίωτο, αφού θα με απάλασαν από γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες, «ουκ ολίγες» το καλοκαίρι.

Με το βιβλίο λοιπόν των μαθηματικών στα χέρια, το μολύβι και το τετράδιο, άλλοτε με τα πόδια και άλλοτε ανεβασμένος σε «δανεικό» ποδήλατο, έκανα τη διαδρομή, Δωροθέα- Αριδαία και αντίστροφα, παρακολουθώντας τα φροντιστηριακά μαθήματα «δια την ενίσχυσιν των ατελών μου γνώσεων εις το συγκεκριμένον μάθημα και προβιβασμόν μου εις την επομένην τάξιν», όπως συμβούλεψε τον πατέρα μου, ο αρμόδιος καθηγητής του Γυμνασίου μας.

Μια λοιπόν από αυτές τις μέρες παρακολούθησης των μαθημάτων, πολύ πριν ακόμα να δύσει ο ήλιος, ξεκίνησα από το φροντιστήριο για το χωριό με πολύ άστατο καιρό. Όλοι γνωρίζουμε τις ξαφνικές μπόρες του καλοκαιριού. Ο ουρανός ήταν κατάμαυρος, τα σύννεφα κατέβηκαν στη γη, ενώ οι αστραπές και οι βροντές έδιναν και έπαιρναν λες και θα χαλούσε ο κόσμος. Παράλληλα «σηκώθηκε» και δυνατός αέρας, που σφύριζε στ’ αυτιά σου, έτοιμος να ξεριζώσει δέντρα, να χαλάσει σκεπές και να παρασύρει οποιοδήποτε εμπόδιο βρισκόταν μπροστά του, φυσικά και ανθρώπους που θα τύχαινε να ήταν εκτεθειμένοι στο «έλεος» του θυμού του!

Και ενώ συνέβαιναν αυτά, την όλη κακοκαιρία συμπλήρωναν και οι χοντρές ψιχάλες, που καθώς έπεφταν με θόρυβο στο δρόμο και τις στέγες, σ’ έκαναν να τρομάζεις και να τρέχεις να κρυφτείς κάτω από σωτήρια υπόστεγα και μπαλκόνια. Δεν ξέρω, ήταν από τις λίγες φορές που έβλεπα τόσο άγρια αυτά τα στοιχειά της φύσης. Ευτυχώς όμως ήμουνα ακόμα μέσα στην πόλη.

Μπροστά σ’ αυτή την απειλή του καιρού, σκέφτηκα ότι δεν θα ήταν φρόνιμο να εκτεθώ στον κίνδυνο και να βγω στο δρόμο για το χωριό, αλλά να περιμένω να περάσει πρώτα αυτή η θεομηνία και ύστερα να ξεκινήσω, παρά το σκοτάδι που θα έπεφτε. Γι’ αυτό στην αρχή, όταν άρχισε το πανδαιμόνιο, κρύφτηκα στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Όταν όμως το μέρος δεν μου φάνηκε και πολύ κατάλληλο, πήρα την απόφαση να το εγκαταλείψω, παρά τη δυνατή βροχή που έπεφτε και έκανε μούσκεμα τα ρούχα μου. Έτρεχα λοιπόν τώρα όπως –όπως μέσα σε λίμνες από νερό, να πάω στο σπίτι κάποιας θείας μου της Αννέτας, που βρίσκονταν στο δρόμο για τη Δωροθέα, λίγα μέτρα προτού φθάσουμε στο δασάκι.

Στο σπίτι αυτό είναι σίγουρο ότι αισθάνθηκα ασφαλής. Οι άνθρωποι και συγγενείς, περιποιήθηκαν τον απροσδόκητο επισκέπτη τους με τον καλύτερο τρόπο! Μου έδωσαν ένα δικό τους πουκάμισο για να αλλάξω το βρεγμένο δικό μου και παράλληλα φρόντισαν με κεράσματα μέχρι την αναχώρηση να περάσει ευχάριστα η ώρα μου. Θυμάμαι ότι μου πρόσφεραν, εκείνα τα σοκολατάκια τις μαργαρίτες και γλυκό του κουταλιού από κολοκύθι, που ήταν πολύ γευστικό και μου άρεσε πολύ. Η νύφη της, η θεία μου η Ελένη που το κατάλαβε, πιθανόν από τον τρόπο που το έτρωγα, κάποια στιγμή πήρε το βάζο και το έβαλε κοντά μου για να πάρω «όσο θέλω» Τι να σας πω! Αν δεν σκεφτόμουνα τη μάνα μου, που έλεγε πόσο «λεπτός» πρέπει να είμαι στους τρόπους μου σε τέτοιες περιπτώσεις, θα μπορούσα να φάω καμιά δεκαριά ακόμα κουταλιές! Με φρενάριζε όμως όπως είπαμε, αυτό το «savoire vivre” της μάνας μου και αρκέστηκα μόνο σε μια κουταλιά..! Κύριος!

Στο σπίτι αυτό της θείας μου, παρέμεινα για αρκετή ώρα. Από το παράθυρο έβλεπα έξω τη βροχή να πέφτει με τα τουλούμια και τις αστραπές να σχίζουν τον ουρανό, συνοδευόμενες πάντα με βροντές. Ήταν τόσο δυνατές, που με έκαναν συνέχεια να κρατάω το στήθος μου, μην τυχόν απ’ τον φόβο μου φύγει η καρδιά!

Αλλά…όπως λέει και ο λαός μας, «μπόρα ήταν και πέρασε» Ο αέρας σταμάτησε να λυσσομανά, η βροχή να πέφτει με τα καντάρια και οι αστραπές με τις βροντές να έχουν περιορισθεί στα βουνά εξασθενημένες. Ωστόσο, όμως, όπως συμβαίνει πάντα, τα θολά νερά στους δρόμους, συνέχιζαν να κυλάνε, ψάχνοντας αυλάκια για να χωθούν και λακκούβες για να λιμνάσουν μέχρι να τα ρουφήξει η γη. Η φύση γαλήνεψε και ο ορίζοντας με το σούρουπο που έφθανε, βάφτηκε κατακόκκινος με κάποιες κίτρινες πινελιές στη μέση. Σημάδι, πως ό,τι έγινε –έγινε και από εδώ και πέρα όλα θα επανέλθουν στον κανονικό τους ρυθμό. Το καλοκαίρι με όλες του τις εκπλήξεις θα συνεχισθεί…

Φεύγοντας όμως από το σπίτι της θείας μου, εκτός από την έκπληξη του καιρού, δοκίμασα ακόμα μια έκπληξη. Ίσως την μεγαλύτερη έως τότε της ζωής μου…! Πριν καλά –καλά ευχαριστήσω τους ανθρώπους για την φιλοξενία που μου πρόσφεραν και τους πω καληνύχτα, είδα στο δρόμο και σε αρκετή απόσταση από μένα, μια πολύ γνωστή γυναικεία φιγούρα να φωνάζει το όνομα μου! Από την φωνή της που πνιγόταν μέσα στο λαρύγγι της, τις κινήσεις των χεριών της και το περπάτημα χωρίς προφύλαξη μέσα στα νερά, φαινόταν ότι ήταν πολύ ταραγμένη. Θα έλεγα σε έξαλλη κατάσταση. Όπως ακριβώς κάνει κάποιος που χάνει ένα αγαπημένο του πρόσωπο! Και αυτή η φιγούρα, όπως διαπιστώθηκε, δεν ήταν άλλη από την μάνα μου! Όσο πλησίαζε προς το μέρος μου με χείλη τρεμάμενα, επαναλάμβανε το όνομα μου και μου έλεγε:

-«Πού είσαι βρε παιδάκι μου», «φοβήθηκα μήπως έπαθες κάτι στο δρόμο», «δεν ξέρεις τι αγωνία τράβηξα!»

Καθώς την είδα έτσι, ξυπόλητη και βρεγμένη μέχρι το κόκκαλο με τα ρούχα και τα μαλλιά της ακόμα να στάζουν, κατάλαβα ότι σε εκείνο το χαλασμό αυτή ήταν στο δρόμο με τη ψυχή της στο στόμα. Φοβήθηκε μήπως μου συνέβη κάποιο κακό στη διάρκεια της μπόρας. Και όταν έφθασε κοντά μου, σαν να μην πίστευε πως είμαι καλά, με άρπαξε από το χέρι και με αγκάλιαζε ευτυχισμένη, λέγοντας πολλές φορές «δόξα στον Θεό».

Μπροστά σ’ αυτό που ζούσα, εγώ έμεινα άναυδος και δεν ήξερα τι να πω και πώς να αντιδράσω. Ποτέ δεν θα μπορούσε να περάσει από το μυαλό μου, πως η μάνα μου με τέτοιο καιρό, θα έβγαινε στο δρόμο να με ψάξει, ξέροντας βέβαια τις ώρες που γύριζα στο σπίτι από το φροντιστήριο…

Όμως η μάνα σε τέτοιες περιπτώσεις σκέφτεται διαφορετικά. Η αγωνία της για την εξέλιξη του καιρού και τη τύχη μου στο δρόμο με καταρρακτώδη βροχή και τα άλλα σχετικά που συμπλήρωναν το φοβερό σκηνικό, την έκαναν να βγει έξω από το σπίτι και να με περιμένει. Στη συνέχεια επειδή αργούσα και ενώ τα στοιχεία της φύσης έφθαναν στο αποκορύφωμα της μανίας τους, σαν τρελή από τον φόβο για μένα, μια και τέλος πάντων ήμουνα ακόμη μικρός, χωρίς η ίδια να λογαριάσει τον εαυτό της, μέσα στην κοσμοχαλασιά πήρε τον δρόμο για την Αριδαία με την σκέψη πως κάπου θα με βρει φοβισμένο και σε κακή κατάσταση για να με βοηθήσει. Και όσο προχωρούσε και δεν με συναντούσε, τόσο μεγάλωνε η αγωνία της βάζοντας πάντα το κακό στο μυαλό της! Μέχρι που έφθασε στην είσοδο της πόλης, όπου ήταν και το σπίτι της θείας μου. Και εδώ αν δεν με έβρισκε, θα τελείωναν οι ελπίδες της για την ζωή μου. Έτσι είναι τι να κάνουμε, αυτή είναι η μάνα ..!

Όσες φορές θυμάμαι το περιστατικό, ποτέ δεν μπόρεσα να κρίνω τη μητέρα μου υπερβολική γι αυτή της τη συμπεριφορά. Ένα όμως είναι βέβαιο. Ότι η ίδια εκείνες τις ώρες, πέρασε πολύ δύσκολες στιγμές. Είναι η αιώνια αγάπη της μάνας για το σπλάχνο της που την κάνει να μην ησυχάζει, όταν πιστεύει ότι αυτό υποφέρει ή κινδυνεύει…! Γι’ αυτό όταν με είδε ολοζώντανο μπροστά της να χαμογελάω, τότε μόνο ένιωσε ανακούφιση. Τότε μόνο ησύχασε, όταν με έσφιξε στην αγκαλιά της και ένιωσε σιγουριά για το ότι ζω και αναπνέω. Αλλά και πάλι από τα κομμένα λόγια της, το στήθος της που ανεβοκατέβαινε λες και θα έσπαγε, τα γόνατα της που έτρεμαν, φαινόταν ότι ακόμα δεν είχε συνέλθει για τα καλά. Και το «σοκ» αυτό συνεχίσθηκε μέχρι την επιστροφή μας στο σπίτι και όσο η ίδια εξιστορούσε την περιπέτεια της. Πολύ αργότερα, όταν η νύχτα προχώρησε και το κορμί της έγειρε στον καναπέ για να ξεκουραστεί, είδα την όψη της να γαληνεύει και να ηρεμεί.

Σήμερα που γράφω είμαι και εγώ γονέας και προσπαθώ όπως προανέφερα, από αυτή τη θέση πλέον να ερμηνεύσω τη συμπεριφορά της μάνας μου σε εκείνη τη «μπόρα». Βέβαια, να ερμηνεύσω τις συμπεριφορές και όλων των άλλων σημερινών γονέων, στις «μπόρες» της ζωής των παιδιών τους..!

Αλήθεια πόσα προσφέρουν, ακόμα και σήμερα οι γονείς στα παιδιά τους ! Πόσο κοντά τους συνεχίζουν να είναι, ίσως και περισσότερο από τις παλιές εποχές, μέχρι να ξεπεράσουν τις φουρτούνες τους και να τα δουν ευτυχισμένα! Η γεμάτη αγωνία «διαδρομή» της μάνας μου από το χωριό μας τη Δωροθέα μέχρι την Αριδαία και με τις καιρικές συνθήκες που περιέγραψα, τα λέει όλα και δίνει απάντηση. Και αν εκείνη η εφιαλτική διαδρομή της μάνας μου κράτησε μία ή δύο ώρες, υπάρχουν «διαδρομές φροντίδας» γονέων προς τα παιδιά τους, που κρατάνε ολόκληρη ζωή! Γιατί έτσι μονάχα παίρνουν «επάξια» τον τίτλο τιμής, να λέγονται «μητέρα» και «πατέρας». Ο Θεός ας τους δίνει κουράγιο και υπομονή …

20-8- 2014

ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το ialmopia.gr επιτρέπει στον χρήστη να αναρτά τα σχόλια και τις απόψεις του σε επίκαιρα θέματα/συζητήσεις. Τα σχόλια και οι απόψεις αυτές εκφράζουν αποκλειστικά τις προσωπικές θέσεις του εκάστοτε χρήστη και δεν υιοθετούνται από το ialmopia.gr. Σε κάθε περίπτωση, ο χρήστης οφείλει να εκφράζεται με τρόπο ώστε να μην παραβιάζει τους ελληνικούς νόμους. Σε αντίθετη περίπτωση, το ialmopia.gr διατηρεί το δικαίωμα να αποκλείει το χρήστη από την εν λόγω υπηρεσία.

Με εκτίμηση, Η συντακτική ομάδα του ialmopia.gr

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *