Πέμπτη 19 Μαΐου 2022

Η Μπογαλού - Διήγημα του Τσίναλη Κοσμά στη μνήμη της γιαγιάς Ασημώς που έζησε τα τραγικά γεγονότα της Προσφυγιάς του 1922



Η Μπογαλού

Του Κοσμάς Τσίναλης (Διήγημα: Στη μνήμη της γιαγιάς Ασημώς που έζησε τα τραγικά γεγονότα της Προσφυγιάς του 1922!

Συμπεριλαμβάνεται στη συλλογική έκδοση "Η αχτίδα του ήλιου" που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ηλιαχτίδα.

"Τη θυμάμαι να περπατάει μπροστά από το σπίτι μας με βήμα βιαστικό, σχεδόν τρέχοντας και βλέμμα φοβισμένο, κρατώντας ένα μικρό μπόγο στα χέρια της. Μονολογούσε κι έβριζε κοιτώντας πίσω της. Πήγαινε προς την έξοδο του χωριού, εκεί που χώριζε ο δρόμος στα δύο, στη στροφή, και καθόταν πάνω στην πέτρα κάτω από το μεγάλο τσικλιμίτι*. Κοίταγε γύρω αλαφιασμένη, χάιδευε τον μικρό μπόγο που είχε στα χέρια της και γλύκαινε η φωνή της θαρρείς και μιλούσε σε κάποιον μπροστά της. Και όταν έπεφτε ο ήλιος, γύριζε αποκαμωμένη στο χωριό αμίλητη και αγριεμένη, κρατώντας σφιχτά εκείνο το μπογαλάκι.
Κανένας δεν είχε δει ποτέ τι είχε μέσα! Τι πόνο και δάκρυ είχε δέσει εκεί μέσα η Μπογαλού! Αυτό ήταν το παρατσούκλι της, και της το βγάλανε από το μπογαλάκι που δεν άφησε ποτέ από τα χέρια της, μέχρι το θάνατό της.
Ιστορίες πολλές ακούγονταν στο χωριό για αυτήν.
Ψηλή και όμορφη γυναίκα, ζούσε μόνη της σε ένα μεγάλο σπίτι που είχαν στο χωριό. Πρόσφυγας κι αυτή, εγκαταστάθηκαν με τον άντρα της στο χωριό την περίοδο της Κατοχής. Ζούσαν στην πόλη και δεν ακολούθησαν τους υπόλοιπους συγγενείς και συγχωριανούς που εγκαταστάθηκαν στο χωριό μας, θέλοντας ίσως έτσι να ξεχάσουν την τραγική ιστορία τους. Η ανέχεια όμως και η πείνα κατά την περίοδο της Κατοχής τους έφερε εδώ.
Μικρό παιδί ήμουν τότε και θυμόμουν τον άντρα της, τον κυρ Αναστάση τον Πρόσφυγα, έτσι τον έλεγαν στο χωριό, να προσπαθεί να οργώσει τον κήπο με τα βόδια και την κυρα-Μαρία, να μαζεύει από τα σταροχώραφα που μόλις τα ’χαν θερίσει οι χωριανοί, τα «πασάγα», τα πεσμένα ώριμα στάχυα που έπεφταν από τους θεριστάδες κάτω, να τα κάνει μικρά δεμάτια, να τα ξεραίνει και να τα αλέθει στον χερόμυλο για να βγάλει λίγο αλεύρι για να φάνε αυτή και ο άντρας της.
Αγέλαστοι και πληγωμένοι, με τον έναν γιο, τον μικρότερο, να τον έχουν χάσει στο μέτωπο της Αλβανίας και τον άλλον…
Μια ακόμα τραγική ιστορία, από τις χιλιάδες που βίωσαν οι Πρόσφυγες φεύγοντας από τις πατρογονικές τους εστίες.
Η καταστροφή του ’22 τους βρήκε στο χωριό τους, στα ορεινά της Ορντούς.
Εκεί ζούσαν με τα δυο τους παιδιά, τον Γιώργο τον μεγαλύτερο, που ήταν παιδί φιλάσθενο ίσαμε εννιά χρονών και τον Αλέξανδρο, λίγο μικρότερο. Τόπος άγριος, σκληρός. Έγιναν ένα όμως μαζί του. Τον ημέρεψαν! Στήσανε τα νοικοκυριά τους, είχαν τις αγελάδες τους, το καλοκαίρι ανέβαιναν στο ξακουστό Τσάμπασι* να βοσκήσουν τα χαϊβάνια τους, να ετοιμάσουν τα τυριά και τα βούτυρά τους, τις γιοχάδες,* τη μακαρίνα* και το ιβριστό* για να μπορέσουν να ξεχειμωνιάσουν στις αετοφωλιές του Πό-ντου με τις δύσκολες καιρικές συνθήκες,
Σαν κεραυνός έπεσε εκείνο το πρωινό του Ιούλη η διαταγή: « Να τα αφήσουν όλα όπως είναι και να κατέβουν στην πόλη για να πάρουν τα καράβια για την Ελλάδα».
Αλαφιασμένη η Μαρία, ετοίμαζε μπόγους για να έχουν πέντε πράγματα μαζί τους για τον δρόμο. Σε ένα μπογαλάκι ξέχωρα, έβαλε και μερικά ρουχαλάκια για τον Γιώργο. Η αρρώστια τον ταλαιπωρούσε και τον έκανε να ιδρώνει συνέχεια.
Ο Αναστάσης πήγε να ταχτοποιήσει τα ζώα και γρήγορα επέστρεψε με τους άλλους άντρες προσπαθώντας να μάθουν περισσότερες πληροφορίες για τα γεγονότα και να πάρουν τα απαραίτητα μέτρα.
Όλο το χωριό συγκεντρώθηκε στην πλατεία και ξεκίνησαν την πορεία του μαρτυρίου. Παραμονή της Αγίας Παρασκευής. Μέρα που χαράχτηκε βαθιά μέσα τους.
Η νεαρή Μαρία κρατώντας τα δυο της παιδιά σφιχτά από το χέρι, φορτωμένη τους μπόγους προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της και να μην ξεκόψει από τους υπόλοιπους συγχωριανούς που με σκυφτά τα κεφάλια και με ένα βουβό κλάμα προ-χωρούσαν στον δρόμο της προσφυγιάς. Περπατούσαν ώρες ατέλειωτες μέσα στον ήλιο πάνω στα βουνά, ταλαιπωρημένοι και εξαντλημένοι. Ο μικρός Γιώργος άρχισε να κουράζεται και οι δυνάμεις του σιγά σιγά τον εγκατέλειπαν! Τον πήρε αγκαλιά η μάνα, αλλά ήταν αδύνατον ν’ ακολουθήσουν τον ρυθμό των υπόλοιπων συγχωριανών. Ήδη ξέμειναν στο τέλος και σταματούσαν συνέχεια για να του δροσίζει το πρόσωπο που ψηνόταν από τον πυρετό.
Το βράδυ τους βρήκε χωμένους σε μια χαράδρα μέσα στα βουνά. Οι άντρες ακροβολίστηκαν γύρω, προσπαθώντας να αποτρέψουν τους τσέτες που έκαναν επιδρομές προσπαθώντας να λεηλατήσουν τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους.
Η Μαρία κούρνιασε με τα δυο της παιδιά στη ρίζα ενός θάμνου. Ο μικρός Γιώργος έτρεμε ολόκληρος και τον έτριβε προσπαθώντας να τον ζεστάνει. Τα δάκρυά της έτρεχαν καυτά στα παγωμένα χεράκια του. Κόντευε να τρελαθεί! Πώς θα μπορούσε ο γιος της να ανταπεξέλθει σε αυτήν την ταλαιπωρία!
Νωρίς το πρωί ξεκίνησαν πάλι τον δρόμο. Ο Γιώργος ήταν πολύ αδύναμος, αλλά προσπαθούσε. Δεν το έβαζε κάτω. Του έδινε κουράγιο και η μάνα του, τον έπαιρνε στην αγκαλιά της μερικές φορές, αλλά κι αυτή κουράστηκε. Έμειναν τελευταίοι και οι περιπολίες την πίεζαν να κάνουν πιο γρήγορα γιατί ξέκοβαν από τους υπόλοιπους!
Σε μια στάση την πλησίασε ο μουχτάρης* του χωριού και της μίλησε.
Τρελάθηκε η μάνα. Πόνεσε το στήθος της και ασυναίσθητα έβαλε το χέρι της στο μέρος της καρδιάς που χτυπούσε τόσο δυνατά, που ένιωθε ότι θα πεταχτεί έξω !
«Ή με το χωριό ή με το παιδί. Το χωριό δεν μπορεί να περιμένει άλλο!»
Τι είναι αυτά που λες, σοφέ γέροντα! Πώς είναι δυνατόν να παρατήσει το παιδί της μια μάνα εκεί! Στη μέση του πουθενά, άρρωστο, να το φάνε τα τσαναβάρια*! Αδύνατον! Καλύτερα να πεθάνει κι αυτή μαζί του, εκεί μέσα στην ερημιά, αλλά μόνο του δεν τ’ αφήνει!
«Σκέψου και το άλλο σου παιδί! Τον άντρα σου! Το χωριό όλο κρέμεται στα χέρια σου», είπε ο σοφός γέροντας.
Η πορεία συνεχίστηκε. Οι όσες δυνάμεις είχαν απομείνει, εγκατέλειψαν πλέον τον μικρό Γιώργο. Τα δάκρυα στα μάγουλα της Μαρίας έτρεχαν ποτάμι και μούσκεψαν το μικρό μπογαλάκι του παιδιού της που το κρατούσε σφιχτά και σκούπιζε τα μάτια της !
Τον άφησε εκεί, στη στροφή του δρόμου, να κάθεται πάνω σε μια πέτρα κάτω από ένα τσικλιμίτι, κρατώντας στα χέρια του το μπογαλάκι που του είχε δώσει! Τον άφησε και δε γύρισε να κοιτάξει πίσω της. Δεν ξανακοίταξε ποτέ πίσω στη ζωή της. Όσες φορές ξεχάστηκε και το έκανε, έβλεπε το προσωπάκι του. Το προσωπάκι του Γιώργη της. Χλομό και αδύνατο, με μάτια μισόκλειστα να την κοιτάνε απορημένα και το στοματάκι του να ψελλίζει «μάνα».
Φτάσανε στην Ελλάδα, ταλαιπωρημένα πουλιά χωρίς φωλιά μα κυρίως χωρίς φτερά!
Δεν ξαναγέλασε τ’ αχείλι της Μαρίας ποτέ. Δεν ξαναμίλησε ποτέ για τον Γιώργο της. Έμεινε στην πόλη, μακριά από τους υπόλοιπους συγχωριανούς της. Ίσως τους θεωρούσε και υπευθύνους για τον χαμό του. Δεν ήθελε να τους ξαναδεί!
Όμως η μοίρα παίζει άσχημα παιχνίδια. Απρόβλεπτη τελικά η ζωή! Ήρθε ο πόλεμος του ’40 και η Κατοχή. Χάθηκε και ο δεύτερος ο γιος της, ο Αλέξανδρος, ο αξιωματικός στο μέτωπο της Αλβανίας κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου και μείναμε οι δυο τους. Ξένοι μέσα στους ξένους. Και η πείνα να τους θερίζει!
Έτσι πήραν την απόφαση να πάνε στο χωριό. Ήταν ακόμη νέοι. Πήγαν, αλλά η Μαρία δεν το άντεξε. Το μυαλό της άρχισε να θολώνει. Έβλεπε παιδιά στον δρόμο και άλλες φορές τα έπιανε και τα ’σφιγγε στην αγκαλιά της μέχρι να τα πνίξει φωνάζοντας «Γιώργη μου», «Γιώργη μου» και άλλες φορές τα μάλωνε και τα κυνηγούσε.
Τα τελευταία χρόνια, μετά τον θάνατο του άντρα της το μυαλό της σάλεψε τελείως. Έβγαινε κάθε απόγευμα κρατώντας το μπογαλάκι και πήγαινε προς το τσικλιμίτι στη στροφή του δρόμου έξω από το χωριό.
Καθόταν εκεί, κάτω από το μεγάλο δέντρο και μονολογούσε. Έκλαιγε, τραγουδούσε, φώναζε, μίλαγε με το χαμένο παιδί της.
«Άντε ,γιαβρί μου. Ακόμα λίγο και θα φτάσουμε στη θάλασσα. Κάνε κουράγιο αγόρι μου», έλεγε και έσφιγγε στον κόρφο της το μπογαλάκι. Το φιλούσε και τα καυτά δάκρυά της το μούσκευαν.
Και όταν πια έπεφτε ο ήλιος, με βλέμμα αγριεμένο και βήμα βιαστικό, θαρρείς και την κυνηγούσαν, έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής, φωνάζοντας και βρίζοντας.
Ένα απόγευμα η Μπογαλού δεν βγήκε έξω. Την επόμενη μέρα την έψαξε η γειτόνισσά της, η κυρα-Ασημένια και τη βρήκε στο κρεβάτι νεκρή, κρατώντας σφιχτά στα χέρια της τον μικρό μπόγο. Με δυσκολία τον ξέμπλεξε από τα δυο της χέρια. Τον έλυσε και βρήκε μέσα μια όμορφη καινούρια παιδική φορεσιά!
Λιγοστοί γείτονες τη συνόδεψαν στην τελευταία της κατοικία. Την έθαψαν με τον μπόγο στον κόρφο της. Καθώς την κατέβαζαν στο μνήμα, η κυρα- Ασημένια, σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάτια της μονολόγησε: «Καλή ανάπαυση, Μπογαλού μου. Τώρα θα ηρεμήσεις! Θα ξαναβρείς τον Γιώργη σου κάτω από το τσικλιμίτι και θα του φορέσεις την καινούρια φορεσιά που του έραψες!»."


Τσίναλης Κοσμάς

Έδεσσα, 18/5/21
 
τσικλιμίτι: το δέντρο μελικοκιά 

Τσάμπασιν: ξακουστό παρχάρι (εξιχικός τόπος σε μεγάλο υψόμετρο όπου μετακινού-νταν οι πόντιοι με τα ζώα τους και διέμεναν όλο το καλοκαίρι.)

γιοχάδες, μακαρίνα, ιβριστό: ποντιακά φαγητά

μουχτάρης: πρόεδρος του χωριού

τσαναβάρια: άγρια θηρία

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το ialmopia.gr επιτρέπει στον χρήστη να αναρτά τα σχόλια και τις απόψεις του σε επίκαιρα θέματα/συζητήσεις. Τα σχόλια και οι απόψεις αυτές εκφράζουν αποκλειστικά τις προσωπικές θέσεις του εκάστοτε χρήστη και δεν υιοθετούνται από το ialmopia.gr. Σε κάθε περίπτωση, ο χρήστης οφείλει να εκφράζεται με τρόπο ώστε να μην παραβιάζει τους ελληνικούς νόμους. Σε αντίθετη περίπτωση, το ialmopia.gr διατηρεί το δικαίωμα να αποκλείει το χρήστη από την εν λόγω υπηρεσία.

Με εκτίμηση, Η συντακτική ομάδα του ialmopia.gr

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *