Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Διαμάχη για τις απαιτήσεις της Ελλάδος. Ενοχή και χρέη - της Sigrid Weigel

Επακόλουθα κόστη της ιστορίας: Η Ελλάδα απαιτεί επανορθώσεις από την Γερμανία και τη μείωση των δανείων της – δικαίως.


Προσφάτως πήραν θέση πολιτικοί του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και του κόμματος των “Πρασίνων” υπέρ της άποψης ότι δεν πρέπει νααπορρίπτονται απολύτως οι ελληνικές απόψεις για επανορθώσεις καιαποζημιώσεις για την κατοχή της Ελλάδος από την Γερμανία του Χίτλερ.

Συγχρόνως ακουγόταν συνεχώς ότι αυτό δεν έχει καμία σχέση με τηνελληνική επιθυμία για μείωση των χρεών. Στην πραγματικότητα όμωςείναι αδύνατον, να διαχωριστούν εντελώς τα δύο θέματα. Γιατί η ίδια ηΓερμανία είχε αποφασίσει κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 γιατην επανόρθωση ως κύρια οδό για την κατίσχυση του παρελθόντος. Μεαυτό τέθηκε σε κίνηση μια διαδικασία του υπολογισμού της ενοχής ωςχρεών, η δυναμική της οποίας πλέον δεν είναι τόσο εύκολο ναανακοπεί.

Ακόμη λιγότερο μπορεί να συμβεί αυτό με μια αυστηρά νομική στάσηόπως με την αναφορά της γερμανικής κυβέρνησης στη σύμβαση Δύοσυν τέσσερα του 1990 και την επεξήγηση ότι με αυτή έχουν κλείσειοριστικώς όλα τα ζητήματα των επανορθώσεων.

Αφορά όμως περισσότερα πράγματα από πληρωμέςΜέχρι τώρα έχει συγχρόνως παραβλεφθεί ολότελα η επισφαλήςσυμβολική και ψυχολογική οικονομία της σχέσης ενοχής-χρεών. Ηιστορία όμως της επανόρθωσης διδάσκει, ότι στην περίπτωση τωναποζημιώσεων αυτή αφορά συνεχώς κάτι παραπάνω από πληρωμές. Ηαποζημίωση εγκλημάτων πολέμου με χρήματα λειτουργεί όμως μέσωτης μεταμόρφωσης της ιστορικής ενοχής σε χρηματικά χρέη, η οποίαόμως ποτέ δεν πετυχαίνει. Απομένει κάτι στο λογαριασμό της ενοχής,κάτι, που δεν μπορεί να υπολογιστεί: το μη-οικονομικό τμήμα μιαςανεξόφλητης χρέωσης. Η πολιτική ξεπερνιέται διαρκώς από αυτό το“υπόλοιπο”. Ακριβώς για αυτό είναι ελάχιστα εξοπλισμένη μια πολιτικήπαρελθόντος η οποία έχει αναπτύξει πολύπλοκες διαδικασίες για τηδιεύθυνση, τον υπολογισμό και την εκνομίκευση των επακόλουθωνκοστών της ιστορίας της.

Η μετέπειτα ιστορία, η οποία είναι και πιο ενδιαφέρουσα,διαδραματίζεται εκείθεν των νομικών αντιπαραθέσεων. Εδώ φαίνεται,πως οδηγεί η μεταμόρφωση της ενοχής σε χρέη σε μια σήψη τηςεθνικής μνήμης μέσω της νομισματικής λογικής. Ενόσω οι απόγονοιέρχονται αντιμέτωποι με τα επακόλουθα κόστη και τους τόκουςανεξόφλητης ενοχής, δημιουργεί η πολιτική των αποζημιώσεων μιασχέση χρεών μεταξύ των γενεών και έτσι εντάσσεται η ενοχή στη λογικήτου δανείου: με την παράδοση ανοικτών χρεών αποζημίωσης παράγεικαι η ενοχή τόκους.

Κατοχικό δάνειο ύψους 476 εκατομμυρίων μάρκων του ΡάιχΕπιβαρυντικά προς αυτό προστίθεται και το γεγονός ότι κάτω από τησκιά του σχεδίου επανόρθωσης “λησμονήθηκε” συχνά ότι πρέπει νααποπληρωθούν και πραγματικά χρέη, δηλαδή να επιστραφεί κλεμμένηιδιοκτησία. Τελικώς αυτό δείχνει και το πρόβλημα της διαρπαγείσαςτέχνης, το οποίο ακατανοήτως θεματοποιείται με μεγάλη καθυστέρηση.

Σε τέτοια λησμονημένα χρέη συγκαταλέγεται και το κατοχικό δάνειοτων 476 εκατομμυρίων μάρκων, το οποίο πλήρωσε η Ελλάδα το 1942στο “Τρίτο Ράιχ”.

Αν τώρα στην παρούσα ευρωκρίση ανοίγει πάλι ο γερμανικόςλογαριασμός της ενοχής/χρεών, αυτό δεν αφορά τελικώς και μιαεπιστροφή αυτού το οποίο είχε αποκλεισθεί από τις μετατροπές τηςενοχής σε χρέη. Παραγραφέντα ή διαγραφέντα χρέη φανερώνουν έναίχνος διαρκείας στη μνήμη εκείνων, για τους οποίους οι νόμιμεςαπαιτήσεις έπεσαν στον κενό.

Οι επανορθώσεις επιμηκύνθηκαν για να μπορεί η Γερμανία ναπληρώνει

Το 1827 δημοσίευσε ο Balzac τη σάτιρά του “Η τέχνη, να πληρώνεις ταχρέη σου και να ικανοποιείς τους πιστωτές σου, χωρίς να βγάζεις οίδιος ούτε μία δεκάρα από την τσέπη σου” (1827). Ο σοβαρός πυρήναςτου έργου αφορά την αμοιβαία εξάρτηση οφειλετών και πιστωτών, ηοποία θεμελιώνει μεταξύ τους ένα ενδιαφέρον μέριμνας. Μια τέτοιααμοιβαία φροντίδα φαίνεται να ισχύει μόνο για τη σχέση χρεών μεταξύπροσώπων. Η μέριμνα για την ευημερία του οφειλέτη ως προϋπόθεσηγια να μπορέσει κάποια ημέρα να επιστρέψει το δάνειό του, σεδιακρατικό επίπεδο λειτουργεί πολύ περιορισμένα – τουλάχιστον στηνεποχή των παγκόσμιων χρηματοδοτικών αγορών.

Τα πράγματα ήσαν διαφορετικά πριν -κάτι λιγότερο- από έναν αιώνα.Αυτό διδάσκει η συμπεριφορά των Η.Π.Α. απέναντι στην Γερμανία μετάτον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μερικά χρόνια μετά το τέλος τουπολέμου έγινε ορατό, ότι οι υποχρεώσεις της πληρωμής επανορθώσεωντης Συνθήκης των Βερσαλλιών του 1919 εμπόδιζαν τόσο πολύ τηνοικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας, ώστε η χώρα να μη μπορέσει ποτένα εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της. Μετά από αυτό ανέλαβαν οι Η.Π.Α.την πρωτοβουλία να προχωρήσουν σε μια τροποποιητική διάταξη. ΤοΣχέδιο Dawes, το οποίο συμφωνήθηκε στο Συνέδριο του Λονδίνο το1924, δεν προέβλεπε μόνο μια επιμήκυνση των αποπληρωμών τωνεπανορθώσεων. Το υπόλοιπο μέρος [των χρεών] διαγράφηκε αργότεραστη συνθήκη της Λωζάννης το 1932. Πέραν τούτου συμπεριλάμβανε τοΣχέδιο Dawes μια χρηματοδοτική ένεση υπό τη μορφή ενός διεθνούςδανείου 800 εκατομμυρίων μάρκων του Ράιχ, με μια διάρκειααποπληρωμής 25 ετών, δηλαδή μέχρι το 1949.

Μετά το τέλος του πολέμου υπήρχαν ακόμη σημαντικά παλιά χρέηΕπειδή ο Χίτλερ είχε διακόψει την πληρωμή των τόκων για αυτό τοδάνειο, υπήρχαν στο γερμανικό λογαριασμό χρεών μετά το τέλος τουπολέμου ακόμη σημαντικά παλιά χρέη. Συγχρόνως οφείλονταν νέεςχρηματικές επανορθώσεις στους συμμάχους και στα κράτη πουκαταλήφθηκαν από τον Χίτλερ. Στη Συνθήκη των Χρεών του Λονδίνουτο 1953 διαγράφηκαν τα παλιά “προπολεμικά χρέη” και μειώθηκαν οιτόκοι. Οι επανορθώσεις αντιθέτως, οι οποίες μεταξύ του 1945 και 1953ήδη υπερέβαιναν τις υποχρεώσεις που τις συνόδευαν, μετατέθηκαν –έως ότου υπάρξει μια “οριστική ρύθμιση” στο πλαίσιο μιας συνθήκηςειρήνης με την επανενωμένη Γερμανία.

Η Ομοσπονδιακή Γερμανία έως το 2010 αποπλήρωσε όλες τιςυποχρεώσεις της, τις οποίες αναγνώριζε ως χρέη από προπολεμικάδάνεια από τις Η.Π.Α. και άλλες χώρες. Το ζήτημα των μετατεθεισώνεπανορθώσεων όμως τακτοποιήθηκε μέσω της νομικής οδού. Επειδή οιπληρωμές επανορθώσεων δεν προβλέπονται στη συνθήκη Δύο συντέσσερα, που υπογράφηκε το 1990 στη θέση μιας συνθήκης ειρήνης. Ηπερικοπή του χρέους, η οποία ακολούθησε de facto αυτήν τηνυπογραφή, γίνεται ευπρόσδεκτη στην Γερμανία ως επισφράγισμα πουβάζει τελεία και παύλα στην νομισματική υπερνίκηση του παρελθόντος.

Στη λογική της μετατροπής της ενοχής σε χρέη αξιολογήθηκε η συνθήκηαυτή συγχρόνως και ως περικοπή χρέους.Περιορισμός σε “ανταποδόσεις σκληρότητας”Μέσω αυτής της οδού απέκτησε εκ νέου ισχύ η επιθυμία να τεθεί μετην επανένωση τελεία και παύλα σε ένα θεατρικό πεδίο, αυτό τωνπληρωμών των επανορθώσεων. Η πολιτική, όμως, της ηθικήςαπενοχοποίησης για τα εγκλήματα των Νάτσηδων συνεχίζεται με τηδοκιμασμένη οδό της αποκατάστασης. Έτσι διατυπώνεται στο άρθρο 2της συμφωνίας ένωσης, ότι και η επανενωμένη Γερμανία παίρνει θέση“υπέρ μιας δίκαιης αποζημίωσης υλικών απωλειών των θυμάτων τουεθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος”. “Στη συνέχεια της πολιτικής τηςΟμοσπονδιακής Γερμανίας” είναι “η Ομοσπονδιακή κυβέρνηση έτοιμη,να συνομολογήσει με την Claims Conference δεσμεύσεις για τηνεπιπρόσθετη λύση ενός ταμείου βάσης , για να προβλέψειανταποδόσεις σκληρότητας για τους διωχθέντες, οι οποίοι σύμφωνα μετις νομικές οδηγίες της Ομοσπονδιακής Γερμανίας έως τώρα δενέλαβαν καθόλου ή μόνο λίγες αποζημιώσεις”. Με αυτόν τον περιορισμόσε ανταποδόσεις σκληρότητας σχετικοποιείται κατά πολύ η διατύπωσηγια “δίκαιη αποζημίωση”.

Στην επίκαιρη ευρωπαϊκή κρίση εμφανίζεται η ΟμοσπονδιακήΔημοκρατία στο διεθνές πλαίσιο ως πιστωτής. Συγχρόνως ξεπερνιέταιαυτή από τα αναφερθέντα μη-οικονομικά στοιχεία της χρέωσής της. Καιτα χρέη που δεν επιστράφηκαν άρχισαν πάλι να γίνονται μεταδοτικά.

Στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό αφορά – μαζί με τις ανεξόφλητεςεπανορθώσεις- το δάνειο από την γερμανική κατοχή. Οι υπολογισμοίγια την σημερινή αξία του, συμπεριλαμβανομένων των τόκων,κυμαίνονται ανάμεσα σε μονοψήφιο ή διψήφιο αριθμό εκατομμυρίων.

Επιπλέον προστίθεται και η διαμάχη για τις εκκρεμούσες πληρωμέςαποζημιώσεων. Τουλάχιστον για την σφαγή στο Δίστομο τον Ιούνιο του1944 (μια δράση αντιποίνων των SS, κατά την οποία δολοφονήθηκαν218 κάτοικοι) θα ήταν το κριτήριο της ανταπόδοσης σκληροτήτων κάτιπερισσότερο από κατάλληλο. Από ένα ελληνικό δικαστήριοεπιδικάσθηκε για αυτό μια αποζημίωση 3,5 εκατομμυρίων ευρώ.

Παραπομπή στη συμφωνία αποζημίωσης με την Ελλάδα του 1960Η επίσημη γερμανική πολιτική κρατάει σε απόσταση τις χρηματικά όσοκαι ηθικά προκαλούμενες απαιτήσεις με νομικίστικα επιχειρήματα – καιπαραπέμποντας στη σύμβαση αποζημίωσης με την Ελλάδα του 1960.Όμως με αυτό αποδεικνύει απλώς, ότι δεν έχει διανοηθεί ή δεν έχεικατανοήσει ή δε θέλει να κατανοήσει τις περίπλοκες σχέσειςαμοιβαιότητας μεταξύ ενοχής και χρεών. Επιπροσθέτως δε θααποφύγει ένα κράτος με την άρνηση απομείωσης του χρέους, το οποίοπολλές φορές το ίδιο είχε κερδίσει από την παραγραφή χρεών και τημετάθεσή τους, το πάθος της αμοιβαίας δικαιοσύνης.

Ας φαντασθούμε μόνο, ότι η Γερμανία θα απαντούσε στην Ελλάδα στηναρχή της ελληνικής οικονομικής κρίσης με την επιστροφή του κατοχικούδανείου και με την πληρωμή των αποζημιώσεων. Ίσως θαπροσλαμβανόταν διαφορετικά όχι μόνο οι προσφορές για τηνσυγκρότηση μιας πιο αποτελεσματικής φορολογικής πολιτικής, αλλάκαι άλλες συμβουλές. Ίσως σε τελική ανάλυση να γινόταν καιφθηνότερα. Και η Ε.Ε. θα μπορούσε να αποφύγει τις τωρινές κατηγορίεςκαι τις ανάξιες εθνικιστικές μηχανορραφίες.

Σημείωση του μεταφραστή:

To άρθρο δημοσιεύτηκε στις 6 Απριλίου 2015 στον γερμανικό τύπο. Ημετάφραση στα ελληνικά έγινε από τον Όμηρο Ταχμαζίδη σεσυνεννόηση με την Pr. Dr. Sigrid Weigel, σε μια προσπάθεια ναδιευρυνθεί ο διάλογος για τη συγκεκριμένη θεματολογία στις δύο

Η Sigrid Weigel είναι καθηγήτρια στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο (TU) τουΒερολίνου και έως το 2015 ήταν Διευθύντρια του Κέντρου για τηνΛογοτεχνική και Πολιτιστική Έρευνα στο Βερολίνο. Έλαβε τοδιδακτορικό τίτλο από το πανεπιστήμιο του Αμβούργου, ενώπραγματοποίησε τη διδακτορική επί υφηγεσία διατριβή της στοπανεπιστήμιου του Μαρβούργου. Δίδαξε ως καθηγήτρια στοπανεπιστήμιο του Αμβούργου (1984-1990), της Ζυρίχης (1992-1998),εργάστηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος Επιστημών τουΠολιτισμού (‘Εσσεν 1990-1993) και διετέλεσε διευθύντρια του ΆινσταϊνForum (Πότσνταμ, 1998-2000).

Δίδαξε ως επισκέπτρια καθηγήτρια στα πανεπιστήμια της Βασιλείας,του Μπέρκλεϋ, του Χάρβαρντ και του Πρίνσετον. Το 2007 έλαβε τοντίτλο της επίτιμου διδάκτορος από το πανεπιστήμιο της Λουβένης. Είναι
μέλος της Academia Europea και επί τιμή μέλος της Modern LanguageAssociation.

Οι έρευνες της αφορούν στη λογοτεχνία, τον πολιτισμό, την ιστορία τηςεπιστήμης. Στα ιδιαίτερα επιστημονικά της ενδιαφέροντασυγκαταλέγονται ο Χάινε, ο Φρόιντ, ο Βάρμπουργκ, ο Μπένγιαμιν, οΣόλεμ, η Άρεντ, η μεθύστερη ζωή της θρησκείας στη νεωτερικότητα, οιαντιλήψεις περί γενεαλογίας/κληρονομιάς, η επιστήμη της εικόνας καιτης φωνής.

Για το συγκεκριμένο θέμα της ενοχής και των χρεών είχε ανακοινωθεί,στην γερμανική έκδοση του άρθρου, η κυκλοφορία βιβλίου με τον τίτλο:Sigrid Weigel: Geld und Genealogie. Schuld und Schulden in Gegenwartund Kulturgeschichte“. (“Χρήμα και γενεαλογία. Ενοχή και χρέη στοπαρόν και στην ιστορία του πολιτισμού”).

Μέρος της εκτενούς εργογραφίας της Sigrid Weigel δημοσιεύεται στοαντίστοιχο λήμμα της wikipedia.

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

Το ialmopia.gr επιτρέπει στον χρήστη να αναρτά τα σχόλια και τις απόψεις του σε επίκαιρα θέματα/συζητήσεις. Τα σχόλια και οι απόψεις αυτές εκφράζουν αποκλειστικά τις προσωπικές θέσεις του εκάστοτε χρήστη και δεν υιοθετούνται από το ialmopia.gr. Σε κάθε περίπτωση, ο χρήστης οφείλει να εκφράζεται με τρόπο ώστε να μην παραβιάζει τους ελληνικούς νόμους. Σε αντίθετη περίπτωση, το ialmopia.gr διατηρεί το δικαίωμα να αποκλείει το χρήστη από την εν λόγω υπηρεσία.

Με εκτίμηση, Η συντακτική ομάδα του ialmopia.gr

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *